Η εκτέλεση ενός 43χρονου ισοβίτη μέσα σε σωφρονιστικό κατάστημα υψίστης ασφαλείας δεν είναι απλώς ένα ακόμη αιματηρό επεισόδιο. Είναι ένα γεγονός που δοκιμάζει τα όρια της ασφάλειας στις ελληνικές φυλακές και επαναφέρει με ένταση το ερώτημα: ποιος ελέγχει πραγματικά τι συμβαίνει πίσω από τα τείχη;
Η δολοφονία στις Φυλακές Δομοκού έχει πυροδοτήσει αλυσιδωτές εξελίξεις, με τις Αρχές να εξετάζουν πλέον σοβαρά το ενδεχόμενο οργανωμένου «συμβολαίου θανάτου», την ώρα που η αρχική εκδοχή περί απόπειρας επίθεσης κατά αρχιφύλακα εμφανίζει σοβαρές αντιφάσεις.
Ο 43χρονος Έλληνας κρατούμενος, καταδικασμένος σε ισόβια για τη δολοφονία του επιχειρηματία Ντίμης Κορφιάτης στη Ζάκυνθο το 2021, βρέθηκε νεκρός έπειτα από τρεις πυροβολισμούς εντός του καταστήματος κράτησης.
Ως φυσικός αυτουργός φέρεται Βούλγαρος βαρυποινίτης, ο οποίος έχει καταδικαστεί και για τη δολοφονία του Γιάννης Μακρής στη Βούλα το 2018. Το γεγονός και μόνο ότι ένας κρατούμενος με τέτοιο ποινικό παρελθόν εμπλέκεται σε νέο φονικό μέσα σε φυλακή υψίστης ασφαλείας ενισχύει τις υποψίες περί οργανωμένης ενέργειας.
Η επίσημη εκδοχή και τα κρίσιμα ερωτήματα
Σύμφωνα με όσα υποστήριξαν ο αρχιφύλακας και ο δράστης, το θύμα φέρεται να επιχείρησε να πυροβολήσει τον σωφρονιστικό υπάλληλο. Ο Βούλγαρος κρατούμενος, κατά την ίδια εκδοχή, τον αφόπλισε και στη συνέχεια τον πυροβόλησε.
Ωστόσο, το υλικό από κάμερες στους διαδρόμους – όχι όμως στο σημείο της δολοφονίας – δείχνει τον 43χρονο να βγαίνει από το κελί του φορώντας απλά ρούχα, χωρίς να διακρίνεται οπλισμός ή ύποπτες κινήσεις.
Το πλέον προβληματικό στοιχείο; Το σημείο όπου σημειώθηκε η δολοφονία φέρεται να είναι «τυφλό» από κάμερες ασφαλείας. Σε έναν χώρο όπου κάθε εκατοστό θεωρητικά επιτηρείται, η απουσία οπτικής καταγραφής δημιουργεί εύλογες απορίες.
Επιπλέον, εάν ο κρατούμενος είχε αφοπλιστεί, γιατί να πυροβοληθεί τρεις φορές – και μάλιστα δύο στο κεφάλι; Οι Αρχές αναμένουν τα πορίσματα της βαλλιστικής εξέτασης και της ιατροδικαστικής έκθεσης, που θα αποσαφηνίσουν τη γωνία βολής και τη δυναμική του περιστατικού.
Πώς μπήκε το όπλο στις φυλακές;
Η υπόθεση αποκτά ακόμη πιο βαριά διάσταση από το ερώτημα της εισαγωγής του όπλου.
Αν δεχθεί κανείς ότι το όπλο ανήκε στο θύμα, τότε τίθεται ζήτημα σοβαρής παραβίασης των συστημάτων ασφαλείας – κάτι που δύσκολα θα μπορούσε να συμβεί χωρίς εσωτερική συνδρομή.
Αν, αντίθετα, ο 43χρονος οδηγήθηκε άοπλος στο σημείο, τότε μιλάμε για οργανωμένη ενέργεια με προμελετημένο σχέδιο και πιθανή εμπλοκή τρίτων προσώπων που έχουν πρόσβαση στο σωφρονιστικό κατάστημα.
Σε κάθε περίπτωση, το περιστατικό φέρνει ξανά στο προσκήνιο τη συζήτηση για διαφθορά, ελλιπή έλεγχο και τη μετατροπή των φυλακών σε «επιχειρησιακά κέντρα» εγκληματικών δικτύων.
Οι συγγενικές διασυνδέσεις που ερευνώνται
Στο μικροσκόπιο των Αρχών βρίσκονται και πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος του αρχιφύλακα. Συγγενική του σχέση συνδέεται με Αλβανό βαρυποινίτη που είχε αποδράσει από τον Δομοκό, ενώ άλλος συγγενής του είχε εμπλακεί σε υποθέσεις που σχετίζονται με το λεγόμενο «Συνδικάτο του Εγκλήματος» της δεκαετίας του 2000.
Οι πληροφορίες αυτές δεν συνιστούν από μόνες τους απόδειξη εμπλοκής, ωστόσο ενισχύουν το πλαίσιο ελέγχου γύρω από πιθανές διασυνδέσεις με το οργανωμένο έγκλημα.