Diva, σύμβολο του απόλυτου ερωτισμού, αλλά πάνω από όλα μια γυναίκα που δεν φοβήθηκε ποτέ τις ατέλειές της. Η Σοφία Λόρεν (Sophia Loren) δεν υπήρξε απλώς η «πρεσβευτής» της Ιταλίας στη μεγάλη οθόνη, αλλά ένα φαινόμενο που κατάφερε να μετατρέψει την ένδεια του πολέμου σε παγκόσμια κυριαρχία. Για την Ακαδημία Κινηματογράφου, είναι ο «Πύργος της Πίζας» και η «Γκαλερί Uffizi» σε κίνηση, όμως για την ίδια, η μεγαλύτερη νίκη ήταν η απόκτηση μιας ταυτότητας που η ίδια η ζωή της στερούσε από τα γεννοφάσκια της.
Από «οδοντογλυφίδα», το απόλυτο σύμβολο του πόθου
Η αρχή της ιστορίας της μόνο «θεϊκή» δεν προμηνυόταν. Γεννημένη ως Sofia Villani Scicolone το 1934, μεγάλωσε με το βάρος της κοινωνικής κατακραυγής ως «νόθο» παιδί, σε ένα δωμάτιο με επτά άτομα στο Pozzuoli, ζητιανεύοντας ψωμί από Αμερικανούς στρατιώτες. Στο σχολείο, η εύθραυστη και αδύνατη σιλουέτα της της χάρισε το υποτιμητικό προσωνύμιο «stuzzicadenti» (οδοντογλυφίδα).
Ωστόσο, στα 14 της χρόνια, η φύση έκανε το δικό της θαύμα. Μέσα σε μια νύχτα, το ασθενικό κορίτσι μεταμορφώθηκε σε μια πληθωρική γυναίκα. Παρά τις πιέσεις των πρώτων οντισιόν να διορθώσει τη μύτη ή το στόμα της, η Λόρεν αρνήθηκε πεισματικά τις πλαστικές επεμβάσεις. Ήθελε να είναι «ενδιαφέρουσα», όχι απλά όμορφη – και αυτή η αυθεντικότητα ήταν που την εκτόξευσε.
Το ερωτικό δίλημμα: Η γοητεία του Grant και η ασφάλεια του Ponti
Η ζωή της Σοφίας Λόρεν ήταν γεμάτη από τους «γίγαντες» της εποχής. Στην αυτοβιογραφία της, αποκαλύπτει πώς χρειάστηκε να βάλει όρια στον Marlon Brando, όταν εκείνος επιχείρησε να την αγγίξει απρόσκλητα στο πλατό, κάνοντάς τον να «ζάρει» μπροστά στο αυστηρό βλέμμα της.
Η μεγάλη πρόκληση, όμως, ήρθε από τον Cary Grant. Ο 52χρονος τότε γόης την ερωτεύτηκε παράφορα στα γυρίσματα της ταινίας «Υπερηφάνια και Πάθος», ζητώντας της επίμονα να τον παντρευτεί. Η Λόρεν βρέθηκε σε ένα σταυροδρόμι. Από τη μια, η λάμψη του Χόλιγουντ και ένας «γίγαντας» από ξένη χώρα. Από την άλλη, ο Carlo Ponti.
Παρά τη διαφορά ηλικίας και το γεγονός ότι ο Ponti ήταν κοντύτερός της, η Σοφία διάλεξε τον Ιταλό παραγωγό. «Ο Carlo ανήκε στον κόσμο μου», δήλωσε χρόνια αργότερα. Ήταν ο μέντορας, ο «πατέρας» που δεν είχε ποτέ και ο άντρας που έχτισε την καριέρα της βήμα προς βήμα, προστατεύοντάς την από τις ανασφάλειές της.
Η κατάκτηση της «απλής» ευτυχίας
Αν και ο Τύπος τη χαρακτήριζε ως την πιο «ακριβοπληρωμένη πόρνη πολυτελείας» της βιομηχανίας λόγω της επιτυχίας και της σαγήνης της, η ίδια η Λόρεν κυνηγούσε κάτι πολύ πιο ταπεινό: τη νομιμότητα και την οικογένεια.
Μετά από έναν νομικό λαβύρινθο –καθώς το Βατικανό δεν αναγνώριζε το διαζύγιο του Ponti– και αφού έμεινε στο κρεβάτι για μήνες λόγω δύσκολων εγκυμονσύνων, η Λόρεν κατάφερε να γίνει μητέρα του Carlo Jr. και του Edoardo. Στην κορύφωση της δόξας της, όταν κέρδισε το Όσκαρ για την «Ατιμασμένη», επέλεξε να μην παρευρεθεί στην τελετή, προτιμώντας την ηρεμία του σπιτιού της από την έκθεση στα εκατομμύρια βλέμματα.
Το συμπέρασμα; Η Σοφία Λόρεν απέδειξε ότι μπορείς να είσαι το απόλυτο παγκόσμιο είδωλο, διατηρώντας την ψυχή μιας γυναίκας που δεν ξέχασε ποτέ τις ρίζες της. Ακόμα και στα 80 της, παραμένει το πρόσωπο της Dolce & Gabbana, υπενθυμίζοντας ότι η πραγματική ομορφιά δεν έχει ημερομηνία λήξης, αρκεί να οφείλεται… «στο σπαγγέτι και την αυτοπεποίθηση».
