Η φωτιά που στέρησε τη ζωή σε 40 ανθρώπους στο χιονοδρομικό θέρετρο Κραν Μοντανά δεν άφησε πίσω της μόνο στάχτες, πένθος και αναπάντητα ερωτήματα. Άνοιξε και μια άλλη, πιο σκοτεινή πληγή: αυτή του δημόσιου λόγου στα social media, εκεί όπου η ανθρώπινη τραγωδία μετατράπηκε για ορισμένους σε αφορμή χλευασμού, ζήλιας και πικρόχολων σχολίων.
«Καλά να πάθουν»: όταν ο θάνατος γίνεται αντικείμενο φθόνου
Κάτω από αναρτήσεις που αναφέρονται στη φονική πυρκαγιά, δεν είναι λίγα τα σχόλια που σοκάρουν. Αντί για συλλυπητήρια ή σιωπή, εμφανίζονται φράσεις που υπονοούν πως τα θύματα «δεν αξίζουν λύπηση», επειδή ήταν -κατά την αντίληψη κάποιων- «πλουσιόπαιδα», τουρίστες πολυτελείας ή άνθρωποι που πλήρωσαν χιλιάδες ευρώ για διακοπές και διασκέδαση.
Η λογική πίσω από αυτά τα σχόλια είναι απλή και ταυτόχρονα επικίνδυνη: αν κάποιος έχει χρήματα, τότε ο θάνατός του δεν προκαλεί την ίδια συμπόνια. Αν ανήκει σε μια κοινωνική τάξη που θεωρείται προνομιούχα, τότε η τραγωδία του υποβαθμίζεται ή, ακόμα χειρότερα, δικαιολογείται.
Η κοινωνική ζήλια ως φίλτρο απανθρωπιάς
Αυτό που αναδύεται μέσα από τέτοιες αντιδράσεις δεν είναι πολιτική κριτική ούτε κοινωνική ανάλυση. Είναι καθαρή πικρία. Μια βαθιά ριζωμένη ζήλια που μεταμφιέζεται σε «ρεαλισμό» ή «ειλικρίνεια», αλλά στην ουσία αφαιρεί από τα θύματα το βασικότερο δικαίωμα: να αντιμετωπίζονται ως άνθρωποι.
Ο θάνατος, όμως, δεν κάνει ταξικούς διαχωρισμούς. Η φωτιά δεν ρώτησε πόσα χρήματα είχε ο καθένας, ούτε γιατί βρισκόταν εκεί. Έκαψε νέους ανθρώπους, οικογένειες, φίλους, ζωές που δεν θα συνεχιστούν ποτέ. Κι όμως, στο ψηφιακό πλήθος, κάποιοι επέλεξαν να μετρήσουν την αξία αυτών των ζωών με βάση το πορτοφόλι τους.
Η ανωνυμία που απελευθερώνει το χειρότερο πρόσωπο
Τα social media λειτουργούν συχνά ως καταφύγιο για την πιο ωμή εκδοχή του εαυτού μας. Πίσω από μια οθόνη και ένα ψευδώνυμο, η ενσυναίσθηση εξαφανίζεται. Εκεί που σε μια πραγματική συζήτηση κανείς δύσκολα θα έλεγε «καλά να πάθουν», στο διαδίκτυο η φράση γράφεται με ευκολία, σαν να αφορά στατιστικά και όχι ανθρώπινες ζωές.
Αυτή η αποανθρωποποίηση είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο. Όταν ο θάνατος γίνεται «είδηση για scrolling» και οι νεκροί μετατρέπονται σε σύμβολα κοινωνικής αντιπαράθεσης, τότε κάτι έχει σπάσει βαθύτερα στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον άλλον.
Άλλο η κριτική, άλλο η χαιρεκακία
Είναι απολύτως θεμιτό -και αναγκαίο- να γίνεται συζήτηση για τις ευθύνες, τα μέτρα ασφαλείας, τη βιομηχανία της πολυτελούς διασκέδασης ή την κουλτούρα του εντυπωσιασμού. Άλλο, όμως, η κριτική στο σύστημα και άλλο η χαιρεκακία απέναντι στους νεκρούς.
Το να επισημαίνει κανείς λάθη και παραλείψεις μπορεί να αποτρέψει μελλοντικές τραγωδίες. Το να χαίρεται όμως για τον θάνατο άλλων, επειδή «είχαν λεφτά», δεν είναι κοινωνική συνείδηση. Είναι απανθρωπιά.
Τι λέει αυτό για εμάς
Η τραγωδία στο Κραν Μοντανά αποκάλυψε κάτι περισσότερο από τα κενά ασφαλείας ενός μπαρ. Αποκάλυψε πόσο εύκολα η κοινωνική ανισότητα μετατρέπεται σε άλλοθι για να χαθεί η στοιχειώδης συμπόνια. Πόσο γρήγορα ο φθόνος μπορεί να σβήσει τον σεβασμό προς τον νεκρό.
Ίσως το πιο ανησυχητικό ερώτημα δεν είναι γιατί υπήρχαν βεγγαλικά σε έναν κλειστό χώρο. Είναι γιατί, μπροστά σε 40 χαμένες ζωές, κάποιοι επέλεξαν να δουν όχι ανθρώπους, αλλά «στόχους».
Και αυτό είναι μια φωτιά που δεν σβήνει εύκολα.