Η στάση της Ορθόδοξη Εκκλησία απέναντι στην καύση των νεκρών και την αυτοκτονία παραμένει ξεκάθαρη, σταθερή και βαθιά θεολογική, ακόμη κι αν συχνά έρχεται σε σύγκρουση με σύγχρονες κοινωνικές πρακτικές και ατομικές επιλογές. Πρόκειται για δύο ζητήματα που αγγίζουν τον πυρήνα της ορθόδοξης αντίληψης για τη ζωή, το σώμα και την Ανάσταση.
Η Εκκλησία δεν αποδέχεται την καύση των νεκρών, όχι από τυπικό ή «ποινικό» λόγο, αλλά γιατί θεωρεί το ανθρώπινο σώμα ιερό. Στην ορθόδοξη θεολογία, το σώμα δεν είναι απλώς ένα φθαρτό περίβλημα, αλλά μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης που μετέχει στο μυστήριο της σωτηρίας. Η ταφή συνδέεται άμεσα με την πίστη στην Ανάσταση των νεκρών και ακολουθεί το ίδιο το παράδειγμα του Χριστού, ο οποίος ετάφη και δεν αποτεφρώθηκε. Για τον λόγο αυτό, η καύση εκλαμβάνεται ως πράξη που έρχεται σε ρήξη με την εκκλησιαστική παράδοση και τη θεολογία της Ανάστασης, ακόμη κι αν δεν αμφισβητείται η παντοδυναμία του Θεού.
Σε πρακτικό επίπεδο, η επιλογή της καύσης σημαίνει ότι η Εκκλησία δεν τελεί εξόδιο ακολουθία ούτε μνημόσυνα με τον καθιερωμένο λειτουργικό τρόπο. Η στάση αυτή δεν στοχεύει στην τιμωρία των οικείων, αλλά στη σαφή διατύπωση ότι η πράξη δεν συνάδει με την ορθόδοξη πίστη.
Αντίστοιχα αυστηρή, αλλά ταυτόχρονα ανθρώπινη, είναι η προσέγγιση της Ορθοδοξίας στο ζήτημα της αυτοκτονίας. Η ζωή θεωρείται δώρο Θεού και όχι ατομική ιδιοκτησία, γεγονός που καθιστά την αυτοχειρία πράξη θεολογικά απαράδεκτη. Παραδοσιακά, η Εκκλησία δεν τελεί εξόδιο ακολουθία για κάποιον που έθεσε τέλος στη ζωή του συνειδητά, καθώς η αυτοκτονία εκλαμβάνεται ως απόρριψη της ελπίδας και της θείας πρόνοιας.
Ωστόσο, εδώ η Εκκλησία εισάγει μια κρίσιμη διάκριση. Αναγνωρίζει ότι σε πολλές περιπτώσεις η αυτοκτονία συνδέεται με σοβαρή ψυχική νόσο, βαθιά κατάθλιψη ή κατάσταση μειωμένης συνείδησης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, με απόφαση του επισκόπου και κατ’ οικονομίαν, μπορεί να τελεστεί εξόδιος ακολουθία, αναγνωρίζοντας ότι το πρόσωπο δεν είχε πλήρη ευθύνη των πράξεών του. Η στάση αυτή αποτυπώνει το ποιμαντικό πρόσωπο της Εκκλησίας, που δεν στέκεται απέναντι στον ανθρώπινο πόνο με καταδίκη, αλλά με θλίψη και προσευχή.
Στον πυρήνα της, η Ορθόδοξη πίστη δεν λειτουργεί τιμωρητικά. Θρηνεί τον θάνατο, συμπονά τον άνθρωπο, αλλά ταυτόχρονα υπερασπίζεται με συνέπεια τη θεολογία της ζωής και της Ανάστασης. Η τελική κρίση, όπως υπογραμμίζεται διαχρονικά, ανήκει μόνο στον Θεό – όχι στους ανθρώπους, ούτε στους θεσμούς.