Φόρμα αναζήτησης

ΑΠΟΨΕΙΣ

Oh - La La Land: Σοβαρά τώρα, γιατί τέτοια «μανία» με αυτήν την ταινία;

Δευτέρα, 9. Ιανουαρίου 2017 - 16:42
Oh - La La Land: Σοβαρά τώρα, γιατί τέτοια «μανία» με αυτήν την ταινία; - Κεντρική Εικόνα

Προσωπικά, δε δηλώνω ούτε Κουτσογιαννόπουλος ούτε Ανδρεαδάκης και Δανίκας. Δεν είμαι καν η μακρινή ξεχασμένη τριτοξαδέρφη τους. Άρα ούτε πρόκειται να αραδιάσω εμπεριστατωμένα επιχειρήματα με αναφορές σε τεχνικές που μεταχειρίστηκε ο Ντέμιαν Σαζέλ, ούτε θα δεις κάτι εξυπνακίστικο γραμμένο. Στον απόηχο του ρεκόρ των επτά στις επτά Χρυσών Σφαιρών για το 2017, το φαινόμενο «La La Land» όχι μόνο διχάζει έντονα κριτικούς και κοινό, αλλά το πραγματοποιεί κιόλας με τον πιο «ανώμαλο» τρόπο που περνάει από το μυαλό μου.

Γράφει η Ραφαέλλα Ράλλη

Νομίζω είναι η πρώτη φορά που παρατηρώ μία σχετική σύμπνοια απόψεων από τους απανταχού ειδικούς, Έλληνες και μη. Μερικοί το «παρασημοφορούν» ακόμη και με πέντε αστέρια, τη στιγμή που το πλέον αψυχολόγητο imdb το «δαφνοστεφανώνει» με την επική βαθμολογία των 8.8 μονάδων (κάπου εδώ ακούστηκε ο ήχος του φούρνου της γειτονιάς μου που γκρεμίστηκε). Ειδικά το τελευταίο, το θεώρησα ακόμη πιο ύποπτο: Στο παρελθόν, οδηγούμενη από τις «καλές» του βαθμολογίες, έχει τύχει να παρακολουθήσω δικό του 8άρι, του οποίου το χιούμορ ήταν η κλασσική αμερικανιά τύπου «American Pie», και μάλιστα στο πιο κακόγουστο.

Τα παραπάνω βέβαια, δεν είναι τίποτα μπρος την απόλυτη σχιζοφρένεια του απλού κόσμου, σύμφωνα με τον οποίο πρόκειται για α. το απόλυτο αριστούργημα, β. «πεταμένα λεφτά», που ενιχύει την πεποίθηση της επιτυχίας καθότι δεν περνάει αδιάφορο από κανέναν. Θυμάμαι να διαβάζω στα σχόλια φράσεις όπως: «φοβερά υπερτιμημένη ταινία», «χλιαρή», «έφυγα στα μισά», «περίμενα πώς και πώς να τελειώσει», «καλή μόνο για κατέβασμα (!)», και αμέσως σκέφτηκα πως πάλι οι κριτικοί εξυμνούν μία -να με συγχωρείτε- «πατάτα». Αν δε με είχε «ψήσει» το χαριτωμένο τρέιλερ και οι αφόρητα συμπαθείς πρωταγωνιστές, κατά πάσα πιθανότητα δε θα σερνόμουν μέχρι τον κινηματογράφο. 

Η ταινία καταπιάνεται με τη γνωριμία ενός ζευγαριού που ζει στο δικό του παράλληλο σύμπαν, αντικρύζοντάς το με παρόμοια όνειρα και στόχους. Εκείνος (Ράιαν Γκόσλινγκ) είναι ο πιο ερωτεύσιμος, μυστηριώδης και κολλημένος με τη τζαζ πιανίστας που έχεις δει και εκείνη (Έμα Στόουν) εργάζεται στην καφετέρια των ιστορικών στούντιο της Warner Bros, ενόσω παράλληλα πηγαίνει από οντισιόν σε οντισιόν για να καταφέρει μία μέρα να γίνει μεγάλη και τρανή ηθοποιός. Ο πρώτος από την άλλη, ονειρεύεται με τη σειρά του να ανοίξει το δικό του τζαζ μπαρ ονόματι «Chicken on a stick». Συναντιούνται κάθε τρεις και λίγο και λίγο το θράσος της Μία, λίγο η γοητεία του Σεμπάστιαν καταλήγουν μαζί. Το θέμα προφανώς είναι κατά πόσο οι προσπάθειές τους θα καρποφορήσουν εν τέλει, όπως επίσης τί αντίκτυπο θα έχει αυτό στη μεταξύ τους σχέση.

Προφανέστατα το σενάριο δεν ανακάλυψε την Αμερική. «Χιλιοφορεμένο» όντως, αλλά ισορροπεί ιδανικά μεταξύ της σφαίρας της σκληρής πραγματικότητας που υπαγορεύει στην πλειοψηφία του κόσμου να δουλεύει σε τομείς κατ' ανάγκη και όχι από επιλογή, καθώς και του δικαιώματος να ονειρεύεται και να παλεύει με νύχια και με δόντια για να αλλάξει αυτήν τη συνθήκη. Είμαστε άλλωστε, η γενιά που περισσότερο από ποτέ κατάπιε την καραμέλα «του όταν θες κάτι πολύ, κάποια αόρατη συμπαντική δύναμη θα συνωμοτήσει για το πετύχεις», άσχετα αν στην πορεία και δεδομένης της επικρατούσας κατάστασης, σφηνώθηκε στην καρωτίδα μας μαζί με τις πνιγηρές της προσδοκίες. Όλα τα προαναφερθέντα εντωμεταξύ, ο Σαζέλ τα παρουσιάζει χωρισμένα σε εποχές με απειροελάχιστες διαφορές, πασπαλισμένα με μπόλικη χολιγουντιανή αστερόσκονη και ολίγη δόση παλιού αμερικανικού κινηματογράφου... ή και ελληνικού. Αισθάνεσαι πως άνετα μετά το «City of Stars» που ερμηνεύει το αφόρητα συμπαθητικό ζεύγος, ακολουθεί το μέρος του Γιάννη Βογιατζή για να τραγουδήσει τον «έναν ουρανό με αστέρια που 'χει χίλια καλοκαίρια».

Αλήθεια λοιπόν, γιατί τόσο μένος εναντίον της; Έχει ένα κατά βάση ρεαλιστικά ρομαντικό σενάριο -που στο σύνολό του μας αφορά όλους: Περιστρέφεται γύρω από τις επιλογές μας, στο βωμό των οποίων πάντα κάτι κερδίζουμε και κάτι χάνουμε. Αντιπροσωπεύει σε μεγάλο βαθμό τον απολογισμό που βράδια ολόκληρα ευθύνεται για την αϋπνία μας, με το τεράστιο «όμως» να αιωρείται συνεχώς σαν γκιλοτίνα πάνω από το κεφάλι μας. Ο Σαζέλ το ντύνει παραμυθένια. Το κάστινγκ δεν κρίνεται επιτυχημένο και φρέσκο μόνο αναφορικά με τους πρωταγωνιστές του που δεν είναι άσχετοι από μουσική (ο Ράιαν Γκόσλινγκ έχει δική του μπάντα, τους Dead Man's Bones παρεμπιπτόντως) και τον Τζον Λέτζεντ που είναι σα να υποδύεται τον εαυτό του με άλλο όνομα. Πέτυχε διάνα και με τον συνθέτη Τζάστιν Χούργουιτς που έδωσε ζωή σε όλα όσα η εικόνα δε μπόρεσε να μεταδώσει. Το soundtrack του είναι απλά μαγικό και δίχως εκείνο η ταινία αμφιβάλλω αν θα ήταν τόσο υποβλητική. Τις νότες του, σίγουρα τις αναζητάς αμέσως μετά την προβολή.

 

Το «La La Land» δεν είναι απλοϊκό, είναι απλό. Περνάς καλά μαζί του. Σε διασκεδάζει, σε συγκινεί. Ξεφεύγεις, αδειάζει το μυαλό. Δεν έχει το βαθυστόχαστο νόημα που πίσω από τις λέξεις ψάχνεις να βρεις τον Αλέξη που έχει θαφτεί. Για ποιο λόγο πρέπει να είναι κάτι αφάνταστα βαρύγδουπο για να εκτιμηθεί και να αξίζει τα χρήματα του εισιτηρίου του; Ποιος ορίζει ότι ο ποιοτικός κινηματογράφος είναι μόνο για τις τρικολόρε του Κισλόφσκι, τους κυνόδοντες, τα star wars που βρίθουν από εφέ και τις δακρύβρεχτες ιστορίες; Γιατί οι πρωταγωνιστές θα πρέπει να υποβάλλουν εαυτούς σε κακουχίες (βλέπε τους οσκαρούχους των προηγούμενων ετών) για να κερδίσουν με το σπαθί τους τον τίτλο της «ηθοποιάρας»; Με ποιο σκεπτικό και από ποιους μιγιάγγιχτους έχει τοποθετηθεί η «ποιότητα» σε κουτί «προσοχή εύθραυστον» και άρα το έντεχνο συνδέεται μόνο με ό,τι μας μαυρίζει την καρδιά; Το συγκεκριμένο μιούζικαλ πάντως, σίγουρα απέφυγε επιπρόσθετους τόνους κραξίματος, ελλείψει happy end.

Κάθε μυθοπλασία εξυπηρετεί τον σκοπό της και το σύγχρονο παραμύθι του Σαζέλ το κάνει άριστα. Το «La La Land» τουλάχιστον, ποτέ δεν προσπάθησε να παρουσιαστεί στο κοινό ως προϊόν υψηλής διανόησης, δεν προσποιήθηκε τίποτα που δεν είναι. Τουναντίον είναι αυτό που νομίζεις πράγματι. Αλλά και πολλά περισσότερα. Είδα κάπου γραμμένο κάτι που με αντιπροσωπεύει απόλυτα και το αφήνω εδώ: «Κάθε φορά που τη σκέφτεσαι χαμογελάς. Τι άλλο να ζητήσεις από μία ταινία;». Αν πρέπει να απολογηθούμε και για αυτό κάπου, λογικά θα υπάρχουν αρμόδια «ποιοτικά» δικαστήρια. Την ετυμηγορία ωστόσο, μαζί με την τελευταία λέξη, θα τη βγάλει όπως πάντα η διαχρονικότητα.

Διαβάστε περισσότερα:

Blue Monday και... πράσσειν άλογα - Κεντρική Εικόνα
Για την ώρα, όσον αφορά στις ημέρες της εβδομάδας έχουν προτιμηθεί τα ψυχρά χρώματα. Μαύρη εκπτωσιακή Παρασκευή (Black Friday), μπλε μελαγχολική Δευτέρα (Blue Monday).  Το κόκκινο...
Πήρε τη νίκη αυτός που την είχε πραγματική ανάγκη - Κεντρική Εικόνα
Τα φετινά μεγάλα (και λιγότερο μεγάλα) παιχνίδια του Παναθηναϊκού, συνήθως γίνονται «ροντέο» - είτε τα κερδίζει στο τέλος, είτε τα χάνει στην τρίχα: με εξαίρεση την ήττα στο...
Η ξεχασμένη εγκύκλιος και η παράνοια με τα μπλοκάκια - Κεντρική Εικόνα
Ο μήνας έχει ήδη 16 και αισίως μπήκαμε στο δεύτερο 15νθήμερο του Ιανουαρίου. Πλησιάζει έτσι το τέλος του μήνα, αλλά ακόμη δεν έχει εκδοθεί - παρά τις περί του αντιθέτου...

Best of internet